Γραφή στην Ποντιακή: αποκαπνίζωΠροφορά: αποκαπνίζω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
παίρνω κομμάτι από τα ρούχα εκείνου που υποτίθεται ότι εβάσκανε, "ομματίασεν", ή ξυλάκι από το
κατώφλι του αποχωρητηρίου και το καίω μπροστά στο πρόσωπο του "ομματα̤γμένου".
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενεστώτας: αποκαπνίζω
Παρατατικός: επεκάπνιζα
Μέλλοντας: θα αποκαπνίζω
Αόριστος: επεκάπνιξα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.