Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποκαμακουλώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποκαμακουλώνω Προφορά: αποκαμακουλώνω
  1. κρεμιέμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    συννεφιάζω και είμαι έτοιμος για βροχή

    Παραδείγματα:
    1) Επεκαμακούλωσεν ο καιρόν και εφοέθα πουθέν να πάγω.
    2) Τα λείβια επεκαμακούλωσαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια