Ερμηνεία: καθαρίζω σκεύος από το πετρέλαιο
Παράδειγμα: Αποκάζωσον την τα̤να̤κιά̤ν να βάλλουμ’ απέσ’ ελάδ’.
Παράγωγο: αποκάζωμαν
Ενεστώτας: αποκαζώνω Παρατατικός: επεκάζωνα Μέλλοντας: θα αποκαζώνω Αόριστος: επεκάζωσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.