Ερμηνεία: ελαττώνω τη δύναμη, χάνω τις δυνάμεις μου (ως αμετάβατο)
Παράδειγμα: Επεδυνάμωσεν ασόν ψύχον και να καλατσ̌εύ’ ’κί σώζ’.
Ενεστώτας: αποδυναμώνω Παρατατικός: επεδυνάμωνα Μέλλοντας: θα αποδυναμών Αόριστος: επεδυνάμωσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.