Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποδυναμώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποδυναμώνω Προφορά: αποδυναμώνω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ελαττώνω τη δύναμη, χάνω τις δυνάμεις μου (ως αμετάβατο)

    Παράδειγμα:
    Επεδυνάμωσεν ασόν ψύχον και να καλατσ̌εύ’ ’κί σώζ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια