Επιπλέον Ερμηνεία: εκείνος που δεν υποτάσσεται
Προέλευση: από το στερητικό α- και το πικεύω
Αρσενικό: Ενικός: απίκευτος Πληθυντικός: απίκευτοι
Θηλυκό: Ενικός: απίκευτος Πληθυντικός: απίκευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: απίκευτον Πληθυντικός: απίκευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.