τυροκλωστή (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τυροκλωστή
Προφορά: τυροκλωστή
-
φαγητό από αλεύρι, τυρί και μπόλικο βούτυρο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το φαγητό από καλαμποκίσιο αλεύρι, τυρί και βούτυρο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης