Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει σκαφτεί με το πελ' (φτυάρι)
Προέλευση: από το στερητικό α- και το πελα̤εύω
Παράδειγμα: Ακόμαν απελά̤ ευτον έν’ το κεπίν.
Αρσενικό: Ενικός: απελά̤ευτος Πληθυντικός: απελά̤ευτοι
Θηλυκό: Ενικός: απελά̤ευτος, απελά̤ευτεσα Πληθυντικός: απελά̤ευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: απελά̤ευτον Πληθυντικός: απελά̤ευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, κυρίως σε αρσενικό και ουδέτερο.