Ερμηνεία: ράφτης εγχώριων ενδυμασιών
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: 1) Εσέγκεν ατον σ’ έναν απατσ̌ήν σουμά. 2) ’Κί παίρω γώ απατσ̌ήν, αγαπά την καλατσ̌ήν.
Ενικός: ο απατσ̌σής Πληθυντικός: οι απατσ̌ήδες