Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαπέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαπέρ' Προφορά: χαπέρ
  1. είδηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

    Παραδείγματα:
    1) Ας σον άντρα μ' χαπέρ' 'κ' επήρα.
    2) Ντο θα πάντρευεν επήρα το χαπέρ'.

  2. χαμπέρι, ειδοποίηση, είδηση θλιβερή είδηση θανάτου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη haber

Παρατηρήσεις - Σχόλια