Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χάνω Προφορά: χάνω
  1. χάνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εχάθεν κ' επήεν. (καταστρέφομαι)
    2) Χάσον ντο λένε. (μην ακούς όσα λένε)
    3) Λύουμαι και χά'μαι. (αδυνατίζω πολύ)
    4) Χά'μαι ας σο γέλος. (σκάνω στα γέλια)
    5) Χάνω τον νού μ'. (παραφρονώ, χαίρομαι πολύ)
    6) Χάνω τον καιρό μ'. (το χρόνο)
    7) Χάνω το παιχνίδ'. (νικιέμαι)
    8) Χάνω τη στράταν. (παραπλανιέμαι)
    9) Χάνω την κρίσ'. (καταδικάζομαι)
    10) Εχάθεν ας σον κόσμον. (έγινε άφαντος)
    11) Εβράχͮεν κ' εχάθεν. (βράχηκε πολύ)
    12) Χαμένον κορμίν. (άθλιος)

  2. χάνω 1) παθαίνω αποβολή (για γυναίκα) 2) αφήνω κατά μέρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    χάμαι (χάνομαι, εξαφανίζομαι, γίνομαι άφαντος, καταστρέφομαι)

    Μετοχή:
    ο χαμένος (ο καταστραμένος, ο αδύνατος από ασθένεια)

    Προστακτική :
    χάσον ως επιφώνημα δηλώνει αποστροφή (άπαγε, παύσον, ξεκουμπήσου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια