Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
χαντσοκράτε (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χαντσοκράτε
Προφορά: χαντσοκράτε
σίδερο σταυρωτό που τοποθετούσαν απάνω στα κάρβουνα για να υποβαστάζει το μαγειρικό σκεύος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σταυρί
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
χαντζικράτε (η)
χαντσικράτε (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια