Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαντζούρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαντζούρα Προφορά: χαντζούρα
  1. υπόλοιπο καμένου κουρελιού με το οποίο πασπάλιζαν τον ομφαλό του βρέφους αντί αντισηπτικού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τορούλ

Παρατηρήσεις - Σχόλια