Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαντζιλούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χαντζιλούκ' , 2. χαντζηλούκ Προφορά: χαντζιλούκ
  1. επάγγελμα του χαντζή (ξενοδόχος) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ο γιος ατ' εφήκεν το χαντζιλούκ' κι εγέν'τον δά̤σκαλος.

  2. το επάγγελμα του πανδοχέα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια