Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαντζεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαντζεύω Προφορά: χαντζεύω
  1. τσουρουφλίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εχάντζεψεν το κιφάλ' τη ζου.
    2) Χαντζεύω ρόκας.
    3) Σον πρόσωπο σ' γελά, αμά αφκακέσ' χαντζεύ'. (ενεργώ με υπουλότητα)
    4) Ο κρύον χαντζεύ'. (είναι τσουχτερό)

  2. καψαλίζω, καίω μηχανεύομαι πονηρά τεχνάσματα εναντίον κάποιου χωρίς να αποκαλύπτεται Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    χαντσεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια