Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαντζάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαντζάρ' Προφορά: χαντζάρ
  1. μεγάλο μαχαίρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Έσυραν τα χαντζάρια τουν κ' ερούξαν ση φωτίαν.

  2. μεγάλη μαχαίρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη handjer

Παρατηρήσεις - Σχόλια