Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χανά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χανά̤ Προφορά: χανεά
  1. οίκος, οικογένεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Το χωρίον εμούν πενήντα χανά̤δας έτον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια