Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Μάρτς (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Μά̤ρτ'ς , 2. μά̤ρτς Προφορά: Μεάρτς
  1. γενναιόδωρος, Μάρτιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Μάρτη μ’, Μούρτ’- ι-μ’ αγέλαστε, ξεραχαλχανισμένε. (Μάρτιος)

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    μα̤ρτωτός (λίγο γενναιόδωρος)
    μα̤ρτλούχ' (γενναιοδωρία)

  2. Μάρτης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη Martius = Μάρτιος (ο του Άρη)

  3. Μάρτιος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια