Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλεύρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αλεύρ , 2. αλεύριν Προφορά: αλεύρ
  1. άλευρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Είδη:
    κόκκενεν, κριθαρένεν, τσ̌αβταρένεν, λαζουδένεν (τσουπαδένεν) και φουρνικένεν

  2. αλεύρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    αλεύρ(ιν)

Παρατηρήσεις - Σχόλια