Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Μαρτίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Μαρτίν , 2. μαρτίν Προφορά: Μαρτίν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) ενορία Τεμιρτσ̌ήκιοϊ με 30 οικογένειες
    2) μεγάλο εμπροσθογεμές όπλο με ένα ή περισσότερα φυσίγγια, έτσι ονομαζόταν το τσ̌αχμαχλίν, το αϊναλίν, η περτέγκα κ.λ.π.

Παρατηρήσεις - Σχόλια