Προέλευση: τουρκική
Παράειγμα: Τη ραχͮ ί’ τ’ορμία γομάτα αλάπαλουγα έσαν.
Ενικός: το / τ' αλάπαλούγ' Πληθυντικός: τα / τ' αλάπαλούγια, αλάπαλούγα, αλάπαλούχα