Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Τ’ οσπίτ’ν ατουν αλαϊλίν έν’.
Παράγωγο επίρρημα: αλαϊλία = αραιά, ευρύχωρα
Αρσενικό: Ενικός: αλαϊλής Πληθυντικός: αλαϊλήδες
Θηλυκό: Ενικός: αλαϊλήσα Πληθυντικός: αλαϊλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: αλαϊλίν Πληθυντικός: αλαϊλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.