Ερμηνεία: αυτός που δεν μετάλαβε
Προέλευση: αρχαίο επίθετο κοινώνητος
Παράδειγμα: Θα πάω κι ακοινώνιγος Θεός ’κί θα σ'χωρά με.
Αρσενικό: Ενικός: ακοινώνιγος Πληθυντικός: ακοινώνιγοι
Θηλυκό: Ενικός: ακοινώνιγος Πληθυντικός: ακοινώνιγοι
Ουδέτερο: Ενικός: ακοινώνιγον Πληθυντικός: ακοινώνιγα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.