Ερμηνεία: εκείνος που δεν κλέβει, τίμιος
Παράδειγμα: Γνωστικός κι άκλεφτος κι όλα̤ τα χάρα̤ έχͮ’.
Αρσενικό: Ενικός: άκλεφτος Πληθυντικός: άκλεφτοι
Θηλυκό: Ενικός: άκλεφτος Πληθυντικός: άκλεφτοι
Ουδέτερο: Ενικός: άκλεφτον Πληθυντικός: άκλεφτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός. Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.