Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποκόλισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αποκόλλισμαν Προφορά: αποκόλισμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αποκοπή, παύση θηλασμού

Παρατηρήσεις - Σχόλια