Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαρακέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαρακέα Προφορά: χαρακέα
  1. γραμμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σον κώλον τη παιδί' απάν' τρία χαρακέας άμον μαχͮαιρέας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια