Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαμαιλέτε (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαμαιλέτε Προφορά: χαμαιλέτε
  1. μύλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Όλ' αντρίζ'νε και πάν' σ' οσπίτα̤ κι Αϊσέ ση χαμαιλέτεν.

  2. νερόμυλος ο μύλος ο καθιστός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά του αρχαίου επιρρήματος χαμαί + του ουσιαστικού αλέτης (αυτός που αλέθει)

    Πληθυντικός αριθμός:
    τα χαμαιλέτας (τα γεννητικά όργανα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια