χαλκοπούλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. χαλκοπούλ' , 2. χαλκοπούλλ
Προφορά: χαλκοπούλ
-
μικρό χάλκινο λεβέτι με ένα χερούλι για μαγείρεμα, όχι νερουλών φαγητών (σ̌ιρβά, μυλιαστά, λάχανα κλπ). Τα νερουλά μαγειρεύονταν σε μεγαλύτερο λεβέτι, τρανόν χαλκόν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
καζανάκι
μικρός χάλκινος κάδος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης