Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συμποδίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συμποδίζω Προφορά: συμποδίζω
  1. κάνω τον άλλον να σκοντάψει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Μη συμποδί’εις ατόν, θα ρουζ’.
    2) Όνταν συμποδίεσαι, την καρδία σ’ πίασον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια