συμπιάστρα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: συμπιάστρα̤
Προφορά: συμπιάστρεα
-
κολλιτσίδα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το φυτό κολλητσίδα
πληθ. τα συμπιάστρας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης