Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

γυροκόπουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γυροκόπουμαι Προφορά: γυροκόπουμαι
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κόβομαι γύρω

    Παράδειγμα:
    1) Εγυροκόπεν το τσ̌αΐρ.
    2) Τα χͮείλα̤ τ’ς εμελανίασαν και τ’ ομμάτα̤ τ’ς εγυροκόπαν. (λέγεται για τα μάτια όταν στην αρρώστεια γύρω - γύρω σχηματίζεται μια γραμμή μελανή)

Παρατηρήσεις - Σχόλια