Γραφή στην Ποντιακή: γυροκόπουμαιΠροφορά: γυροκόπουμαι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
κόβομαι γύρω
Παράδειγμα:
1) Εγυροκόπεν το τσ̌αΐρ.
2) Τα χͮείλα̤ τ’ς εμελανίασαν και τ’ ομμάτα̤ τ’ς εγυροκόπαν. (λέγεται για τα μάτια όταν στην αρρώστεια γύρω - γύρω σχηματίζεται μια γραμμή μελανή)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενεστώτας: γυροκόπουμαι
Παρατατικός: εγυροκόπουμ'νε
Μέλλοντας: θα γυροκόπουμαι
Αόριστος: εγυροκόπα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.