Ερμηνεία: ολίγον βλάκας
Αρσενικό: Ενικός: αχμακωτός Πληθυντικός: αχμακωτοί
Θηλυκό: Ενικός: αχμακωτέσα Πληθυντικός: αχμακωτοί
Ουδέτερο: Ενικός: αχμακωτόν Πληθυντικός: αχμακωτά
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.