Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαρμαρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαρμαρίζω Προφορά: μαρμαρίζω
  1. λαμποκοπώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σ’ οφιδί’ το κιφάλ’ ο ήλεν μαρμαρίζ’. (αίνιγμα)

  2. λάμπω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. λάμπω, ακτινοβολώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια