χαλκομανία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χαλκομανία
Προφορά: χαλκομανία
-
εικόνα επάνω σε λεπτότατο δέρμα και κολλημένη σε χαρτί, αν δεν βραχεί λίγο και τριβεί κατάλληλα μπορεί να ξεκολληθεί και να κολληθεί σε άλλο χαρτί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)