Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαλαπότ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαλαπότ' Προφορά: χαλαπότ
  1. μάλωμα, σκάνδαλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σο χαλαπότ' απάν' εσούμωσεν ατ'ς κι ο κοτσόν ο Μουχαήλ'τς.

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    χαλαποτσ̌ής (σκανδαλοποιός)

Παρατηρήσεις - Σχόλια