Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Εχάλασεν τ' οσπίτ'ν ατ' και θα χτίζ' καινούρ'. (γκρεμίζω)
2) Χαλάνω λίραν. (δίνω μικρότερα νομίσματα)
3) Χαλάνω την καρδίαν ατ'. (δυσαρεστώ)
4) Χαλάνω σην τσέπια μ' σον κόλφε μ'. (βάλλω το χέρι μου στην τσέπη, κόλφο)
5) Εχάλασεν ατά με την πεθεράν ατ'. (διακόπτω σχέσεις)
6) Απέσ' σο φαΐν κ' εχάλασεν. (δεν άγγιξε)
7) Ο κόσμος 'κ' εχαλάεν. (δεν έγινε μεγάλο κακό, ειρωνικά λέγεται προς εκείνον που μεγαλοποιεί τα πράγματα)
8) Χαλάνω το στόμα μ'. (μεταχειρίζομαι κακές/χυδαίες λέξεις)
9) Εχαλάαν τ' ομμάτα̤ μ'. (παθητική)
10) Εχάλασεν ώρα μ', η δουλεία. (χάνω την κανονική λειτουργία, φθείρομαι, καταστρέφομαι)
11) Ας έντρισεν κιάν, εχάλασεν. (ασχήμυνε)
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα χαλῶ
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα χαλώ (λύω, απολύω, ξεδένω, ξετεντώνω)
Παθητική Φωνή:
χαλάουμαι (χάνω την ομορφάδα μου, ασκημύνω)
Ομμόριζο - Παράγωγο:
χαλασμένος (καταστραμμένος, καημένος, αγαθός, αθώος)