Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πεζεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πεζεύω Προφορά: πεζεύω
  1. βαριέμαι, αηδιάζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ξεπεζεύω, αηδιάζω κατεβαίνω από το άλογο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη bezmek= βαρύνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια