πεζεβέγκς (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πεζεβέγκ'ς
Προφορά: πεζεβέγκς
-
άτιμος, πρόστυχος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) μεσίτης έρωτα
2) άνθρωπος άτιμος, πρόστυχος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης