πατόφυλλα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πατόφυλλα
Προφορά: πατόφυλλα
-
τα δυο - τρία φύλλα αμέσως μετά την ρίζα του φυτού τα οποία πετιούνται (συνήθως στον καπνό)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
τα χαμηλότερα φύλλα του καλαμποκιού ή του καπνού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης