Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πατόφυλλα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πατόφυλλα Προφορά: πατόφυλλα
  1. τα δυο - τρία φύλλα αμέσως μετά την ρίζα του φυτού τα οποία πετιούνται (συνήθως στον καπνό) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. τα χαμηλότερα φύλλα του καλαμποκιού ή του καπνού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια