Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πάτεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πάτεμαν Προφορά: πάτεμαν
  1. βλάβη από κακή επιρροή νεκρού ή δαιμονίου ή ζώου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. πατημασιά, βλάβη 1) ληστρική επιδρομή 2) γλέντι στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης πριν από τη στέψη 3) η προσφορά δώρων στη νύφη μετά τη στέψη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια