πάτεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πάτεμαν
Προφορά: πάτεμαν
-
βλάβη από κακή επιρροή νεκρού ή δαιμονίου ή ζώου
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
πατημασιά, βλάβη
1) ληστρική επιδρομή
2) γλέντι στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης πριν από τη στέψη
3) η προσφορά δώρων στη νύφη μετά τη στέψη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης