Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παταλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παταλεύω Προφορά: παταλεύω
  1. παρεμποδίζω, χασομερώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. εμποδίζω κάποιον στην εκτέλεση του έργου του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    παταλεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια