Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πατάλεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πατάλεμαν Προφορά: πατάλεμαν
  1. παρεμπόδισμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. παρεμπόδιση στην εκτέλεση έργου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια