Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παστώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παστώνω Προφορά: παστώνω
  1. 1) αλατίζω και τοποθετώ μέσα σε δοχείο ψάρια 2) για μεταλλικό σκεύος του προξενώ κοιλότητα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. θρυμματίζω, σπάω 1) συνθλίβω κάτι κάτω από βάρος 2) κάνω κάτι παστό, διατηρούμενο με αλάτι ή άρμη (για ψάρια κυρίως) μέσα σε δοχείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια