Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πάρκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πάρκα Προφορά: πάρκα
  1. ξύλο, όπου ήταν περασμένες αλυσίδες για να τραβάνε το κάρο τα ζώα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια