Επιπλέον Ερμηνεία:
είδος σέσουλας
Προέλευση:
από τα συνθετικά κενώ + έσιον
Ερμηνείες:
1) σκεύος ξύλινο σαν φτυαράκι (που έχει ο παντοπώλης για να βάλει σε χαρτί ζάχαρη, ρύζι)
2) μικρό σκεύος με μικρή τρύπα στό βάθος, από την οποία ξέφευγε το αποβουτυρωμένο γάλα,
όταν με το κενές έπαιρναν από το καρσάν το θόγαλαν και μαζί μ’ αυτό έμπαινε και γάλα