Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κενές (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κενέσ' Προφορά: κενές
  1. κουτάλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    είδος σέσουλας

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά κενώ + έσιον

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) σκεύος ξύλινο σαν φτυαράκι (που έχει ο παντοπώλης για να βάλει σε χαρτί ζάχαρη, ρύζι)
    2) μικρό σκεύος με μικρή τρύπα στό βάθος, από την οποία ξέφευγε το αποβουτυρωμένο γάλα,
    όταν με το κενές έπαιρναν από το καρσάν το θόγαλαν και μαζί μ’ αυτό έμπαινε και γάλα

Παρατηρήσεις - Σχόλια