Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κενάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κενάρ' Προφορά: κενάρ
  1. άκρη, γωνιά, περιφέρεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη kenar

Παρατηρήσεις - Σχόλια