Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κελίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κελίν Προφορά: κελίν
  1. 1) κελί καλόγηρου 2) καλύβι σε θερινό βοσκότοπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια