Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κέλαρος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κέλαρος Προφορά: κέλαρος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνείες:
    1) αποθηκάριος τροφίμων
    2) επόπτης του γαμήλιου τραπεζιού
    3) διανομέας των τροφίμων.

  2. αποθηκάριος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό κελάρ'

    Παράδειγμα:
    Σο χρόνον απάν’ εποίκεν ατον κέλαρον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια