Ερμηνεία:
φτύνω το φλέγμα μου.
Προέλευση:
από το αρχαίο καγχαλίζομαι και καγχαλάω, γελώ με καγχασμό, πλατειά, ηχηρά, σαρκαστικά.
Πλέον πιθανή είναι η προέλευση του από το γάγγλιον - με την τροπή του γ σε κ. Γαγγλίζω, καγγλίζω, καγχλίζω και τέλος καχλίζω.
< Λεμφογάγγλια παρειακά, ινιακά, υπογνάθια, εν τω βάθει τραχηλικά παρά την έσω σφραγίτιδα και έσω καρωτίδα και γαγγλιώδη μυξώδεα>
< καγχαλόωσι Αχαιοί - οι Αχαιοί καγχάζουν (Ιλιάδος Γ43)>
Παράγωγα:
1) καχλέας = ο επιρρεπής στις αποχρέμψεις
2) κάχλα= το απόχρεμμα, η ροχάλα
Χρόνοι:
παρατατικός εκάχλιζα
μέλλοντας θα καχλίζω
αόριστος εκάχλισα
Προστακτική:
κάχλισον!