Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παρλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παρλαεύω Προφορά: παρλαεύω
  1. λάμπω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντά

    Παραδείγματα-Ερμηνείες:
    1) Τα εξαπτέρυγα και τα σταυρά επαρλάευαν.
    2) Ο πρόσωπος ατ'ς παρλαεύ'.
    3) Παρλαεύ'νε τα πέταλατ'. (Έφυγε τρέχοντας)

  2. λάμπω, γυαλίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. γιαλίζω,λάμπω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη parlamak

Παρατηρήσεις - Σχόλια