Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παντζεχίρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παντζ̌εχίρ' Προφορά: παντζεχίρ
  1. πανάκεια μικρές πέτρες στρόγγυλες που εύρισκαν μέσα στα εντόσθια των ζώων, και από τις οποίες έξυναν και έριχναν στο νερό ή ρακί του αρρώστου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη pantzexri

    Ιδίωμα:
    Σαντά

    Παράδειγμα:
    Σιφτά̤ ν παντζ̌εχίρ', έδιναν τοι φαρμακωμέντς.

Παρατηρήσεις - Σχόλια